6-12
12-15
27/06/2018

«Διαταραχή ηλεκτρονικού παιχνιδιού»: Η νέα διάγνωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας

Στις 18/6/18, ο Π.Ο.Υ. συμπεριέλαβε στην τελευταία 11η έκδοση του επίσημου κατάλογου όλων των ασθενειών τη διαταραχή ηλεκτρονικού παιχνιδιού (Gaming Disorder, κωδικός 6C51)

Αυτή η ψυχική διαταραχή κατηγοριοποιήθηκε υπό τη γενικότερη κατηγορία «διαταραχών λόγω εθιστικών συμπεριφορών» (disorders due to addictive behaviors) καθιστώντας σαφές ότι πρόκειται για μία αυτοτελή διαταραχή εθισμού και όχι κάποιο δευτερογενές φαινόμενο που παρουσιάζεται ως σύμπτωμα ή απότοκο μίας άλλης πάθησης.

Σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ., η διαταραχή ηλεκτρονικού παιχνιδιού μπορεί να αφορά τόσο σε διαδικτυακό παιχνίδι όσο και σε παιχνίδι εκτός διαδικτύου ή και σε συνδυασμούς τους, όπως είναι συχνά η περίπτωση.

Πρόκειται για μία επίμονη ή επαναλαμβανόμενη κατά περιόδους συμπεριφορά όπου όμως υπάρχουν κάποια ξεκάθαρα παθολογικά στοιχεία. Θα τα εξετάσουμε ένα προς ένα ώστε να διευκρινίσουμε τις απορίες που μπορεί να έχουν οι γονείς, και όχι μόνο καθώς η σιωπηλή πλειοψηφία των παικτών είναι ενήλικες.

1. Μειωμένος αυτοέλεγχος ως προς το παιχνίδι.

Μπορεί να αφορά είτε σε έλλειψη ελέγχου ως προς το πότε κάποιος παίζει, πόσο συχνά παίζει, πόση διάρκεια έχει το παιχνίδι, εάν μπορεί να το διακόψει, τι νόημα έχει για τον ίδιο και τι ένταση νιώθει την ώρα που παίζει. Δεν επικεντρωνόμαστε απλά σε χρονικά κριτήρια, όπως είναι η πολύ συχνή ερώτηση του «πόση ώρα μπορεί κάποιος να ασχολείται με παιχνίδια χωρίς αυτό να συνιστά πρόβλημα;». Ο αυτοέλεγχος έχει να κάνει με το κατά πόσο μπορεί κάποιος να ασχοληθεί για συγκεκριμένο διάστημα με το παιχνίδι, χωρίς να χάνεται η αίσθηση του χρόνου, χωρίς να έχει ακραίες συναισθηματικές αντιδράσεις σε ό,τι συμβαίνει στο παιχνίδι (φωνές, οργή, κλάμα, απογοήτευση).

2. Το παιχνίδι αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη προτεραιότητα στη ζωή, στο σημείο που να έρχεται πρώτο έναντι των άλλων ενδιαφερόντων και των υπολοίπων δραστηριοτήτων.

Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο που δεν μπορεί και να αρνηθεί εύκολα ο εθισμένος παίκτης και δεν αντιλαμβάνονται όσοι δεν εμπλέκονται άμεσα στο πρόβλημα παρά το βλέπουν από έξω κάνοντας κοινωνιολογικές και άλλες αδόκιμες συγκρίσεις. Το παιδί που είναι εθισμένο δεν έχει πλέον ενδιαφέρον να μιλήσει για οτιδήποτε άλλο με τους φίλους του, δεν έχει κοινό σημείο επαφής με τους γονείς, εφόσον αναγκαστικά βρεθεί εκτός σπιτιού και μακριά από το μέσο με το οποίο παίζει, θα βρεθεί σε κατάσταση άγχους και θα πιέζει να ξαναπάει στο σπίτι ή να ξαναπάρει το τάμπλετ στα χέρια του ή το κινητό. Θα παρατήσει τα σπορ, τα χόμπυ, τις εξόδους (παρά μόνο για νετ καφέ), την ενημέρωση για το οτιδήποτε. Η ζωή του έχει περιοριστεί σε μία οθόνη.

3. Συνέχιση του παιχνιδιού παρά την εμφάνιση αρνητικών συνεπειών.

Εδώ στην αρχή θα έχουμε άρνηση (δεν κάνω κακό σε κανέναν, οι βαθμοί μου δεν είναι κακοί/είναι καλοί, δεν θέλω να πάω σχολείο επειδή δεν μαθαίνω τίποτα καινούργιο, δεν θέλω να βγω έξω επειδή οι φίλοι μου μιλάνε για πράγματα που δεν με ενδιαφέρουν, κ.ο.κ.). Στη συνέχεια θα έχουμε θυμό και αντίδραση, σαν να πρόκειται απλά για ένα θέμα όπου «δεν υπάρχει κατανόηση» από τους γονείς που θέλουν να το ελέγχουν στο τι να κάνει, ενώ αυτός/ή θα κάνει ό,τι θέλει, και τέλος υπάρχει σιωπή, αγνόηση, εκρήξεις οργής, εκλογικεύσεις («θα το σταματήσω όποτε θέλω», «δεν έχω πρόβλημα, εσείς έχετε πρόβλημα», κ.ο.κ.).

Ο Π.Ο.Υ σημειώνει ότι αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς πρέπει να έχει αρκετή βαρύτητα ώστε να οδηγεί σε σημαντική επιβάρυνση σε προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό, εργασιακό επίπεδο ή σε άλλους σημαντικούς τομείς λειτουργικότητας, όπως είναι η περίπτωση και σε κάθε μορφή εθισμού. Αυτό το μοτίβο μπορεί να είναι συνεχές (να διαρκεί δηλαδή μία συνεχόμενη χρονική περίοδο χωρίς διακοπή) ή επεισοδιακό και επαναλαμβανόμενο (π.χ το παιδί αναγκαστικά να πειθαρχεί όταν ο γονιός απομακρύνει κάθε ηλεκτρονικό μέσο παιχνιδιού από το σπίτι και να μην έχει κανένα αυτοέλεγχο σε άλλη περίπτωση). Η συμπεριφορά αυτή πρέπει να είναι χρονικά παρούσα για μία περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών ώστε να τεθεί η διάγνωση, παρόλο που η διάρκεια μπορεί να συντμηθεί εφόσον όλα τα διαγνωστικά κριτήρια είναι παρόντα και τα συμπτώματα είναι σοβαρά.

Υπάρχουν, τέλος, στη διάγνωση κάποια κριτήρια αποκλεισμού. Αυτά είναι η ύπαρξη διπολικής διαταραχής («μανιοκατάθλιψης»), μίας σοβαρής ψυχικής πάθησης, αλλά και η διάγνωση «επικίνδυνου παιχνιδιού», μία ακόμα νέα διάγνωση όπου το παιδί μπορεί να θέτει τον εαυτό του σε σωματικό κίνδυνο ή και κίνδυνο ψυχικής διαταραχής είτε με την πολύ υψηλή συχνότητα παιχνιδιού, τον ακραίο σε διάστημα χρόνο που παίζει, την παραμέληση βασικών σωματικών αναγκών ή και συμπεριφορών υψηλού κινδύνου που συνδέονται με το παιχνίδι (π.χ. κατανάλωση ουσιών ώστε να μένει για πολλή ώρα σε συνεχή εγρήγορση). Αυτή η κατηγορία εντάχθηκε κατόπιν πολλών ακραίων περιστατικών ιδίως στην Άπω Ανατολή όπου παίκτες βρήκαν τραγικό θάνατο μετά από πολυήμερη συνεχή ενασχόληση με διαδικτυακά παιχνίδια. Προφανώς αυτή η διάγνωση παίρνει προτεραιότητα λόγω του κινδύνου που ενέχει, αν και μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μία ακραία μορφή της διαταραχής ηλεκτρονικού παιχνιδιού.

Τι πρακτική σημασία όμως έχει αυτή η κατηγοριοποίηση του Π.Ο.Υ για τον μέσο γονιό και πολίτη γενικότερα;

-Καταρχάς, ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για ένα υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα ψυχικής υγείας και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του αντίστοιχου χώρου (Ψυχιάτρους, Κλινικούς Ψυχολόγους).

-Τώρα πλέον υπάρχει η δυνατότητα να τίθεται επίσημα μία διάγνωση και να λαμβάνει ο ασθενής τη βοήθεια που χρειάζεται χωρίς αστερίσκους, π.χ. ένας μαθητής, ένας φοιτητής να λαμβάνει μία γνωμάτευση με την οποία θα δικαιολογείται κάποια απουσία ή η αδυναμία παρακολούθησης των παραδόσεων για ένα διάστημα.

-Η θεραπεία του εξαρτημένου ατόμου θα μπορεί να καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία, κάτι πολύ σημαντικό σε μία εποχή μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων και αυξημένου κόστους παροχής υπηρεσιών υγείας.

-Θα μπορούν να δημιουργηθούν δομές που θα υποστηρίζουν αυτούς τους ασθενείς και να λάβουν τη κατάλληλη χρηματοδότηση.

-Ακόμα θα προαχθεί η έρευνα και θα δοθεί ώθηση ώστε να δημιουργηθούν πρωτόκολλα θεραπείας, τόσο ψυχοθεραπευτικής όσο και φαρμακευτικής.