6-12
12-15
24/08/2018

Loot boxes: Τα ψηφιακά σεντούκια θησαυρού και η διαχείριση των χρημάτων

«Αυτή τη στιγμή χρωστώ στην πιστωτική μου κάρτα $15.800. Η γυναίκα μου δεν με εμπιστεύεται. Τα παιδιά μου, που με ρωτούν γιατί παίζω συνέχεια Final Fantasy, δεν θα καταλάβουν ποτέ πώς ξόδεψα τόσα χρήματα...».

Ο άνθρωπος αυτός, παρότι ενήλικας, με οικογένεια και υποχρεώσεις, έπεσε στην παγίδα των loot boxes, των ψηφιακών σεντουκιών θησαυρού που υπάρχουν σε πάρα πολλά νέα παιχνίδια. Και οι νομοθέτες παγκοσμίως κινητοποιούνται ώστε να οριοθετήσουν αυτή τη πρακτική που αποτελεί έναν μεγάλο κίνδυνο, ειδικά και για παιδιά.

Τι είναι ακριβώς τα loot boxes;

Πρόκειται για εικονικές κληρωτίδες δώρων, όπου το κάθε δώρο έχει νόημα μόνο στο πλαίσιο του ηλεκτρονικού παιχνιδιού όπου βρίσκεται η κληρωτίδα.

Τα δώρα είναι περιεχόμενο που θα μπορούσε κάποιος να βρει ή να δημιουργήσει στο παιχνίδι εάν ξοδέψει πολύ χρόνο ή αναπτύξει μεγάλη δεξιότητα. Μπορεί π.χ. να είναι ένας χαρακτήρας πολύ σπάνιος, ένα ειδικό όπλο ή και παράταση στον χρόνο του παιχνιδιού.

Όμως, παρόλο που ξοδεύεις κάποιο χρηματικό ποσό ώστε να «ξεκλειδώσεις» το κουτί του ψηφιακού θησαυρού, αυτό μπορεί να είναι άδειο ή να έχει κάποιο δώρο μικρότερης αξίας. Έχεις, δηλαδή, μικρές πιθανότητες να κερδίσεις κάτι πολύ σημαντικό και μεγάλες πιθανότητες να κερδίσεις κάτι ασήμαντο. Η γενική αρχή που διέπει και τον τζόγο. Σχεδόν ποτέ δεν θα παρουσιάσει η εταιρεία τις πραγματικές πιθανότητες να κερδίσεις κάτι, ενώ το δέλεαρ είναι ότι για κάθε άνοιγμα του κουτιού μπορεί να χρειάζεται μόνο ένα μικροποσό, π.χ. $1.

Ήδη στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη αυτή η πρακτική έχει θορυβήσει τους νομοθέτες. Στις 25 Απριλίου 2018 ο Βέλγος Υπουργός Δικαιοσύνης, Koen Geens ανακοίνωσε το αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγε η Επιτροπή Παιχνιδιών της χώρας του: Τα loot boxes είναι τζόγος. Παρόλο που το αντικείμενο που κληρώνεται δεν έχει αξία εκτός παιχνιδιού, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει αξία για τον παίκτη. Οι εταιρείες που διανέμουν παιχνίδια στο Βέλγιο υποχρεούνται να τα αφαιρέσουν από αυτά. Όπως είπε ο υπουργός: «Το να συμπεριλαμβάνεις τζογάρισμα στα παιχνίδια, ειδικά σε νεαρές ηλικίες, είναι επικίνδυνο για την ψυχική υγεία. Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες δεν βρίσκονται μπροστά σε παιχνίδια τύχης όταν απλά αναζητούν διασκέδαση σε ένα βιντεοπαιχνίδι».

Ακολούθησε η Ολλανδία με αντίστοιχη πρωτοβουλία, και σύντομα αναμένεται αυτή η πρακτική να υιοθετηθεί και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις Η.Π.Α.

Τι κάνουμε οι γονείς μέχρι τότε;

Είναι πολύ σημαντικό να αποθαρρύνουμε τα παιδιά μας από οποιαδήποτε διαδικτυακή κληρωτίδα. Καθώς πλέον οι διαδικτυακές αγορές είναι ο πιο συχνός τρόπος αγοράς ενός παιχνιδιού, δεν μπορούμε να τους τις απαγορεύσουμε καθώς αυτό θα δώσει κίνητρο στα παιδιά να κρύβουν μια τέτοια κίνηση.

Η λύση στην debit κάρτα και η αξία της διαχείρισης των χρημάτων

Αντίθετα, θα πρέπει να έχουμε μία debit κάρτα η οποία θα είναι ο μόνος εγκεκριμένος τρόπος από εμάς για να αγοράζουν οτιδήποτε τα παιδιά μας. Σε αυτή την κάρτα θα «φορτώνουμε» χρήματα, ενώ θα πρέπει να έχουμε πρόσβαση στις κινήσεις της.

Τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να διαχειρίζονται τα χρήματά τους υπό τη δική μας επίβλεψη, έχοντας την επιλογή πώς θα τα ξοδέψουν. Θα πρέπει όμως και να εξηγούν στους γονείς τους αυτή την επιλογή. Για παράδειγμα να λένε: «Μπαμπά/μαμά, θα αγοράσω με το χαρτζιλίκι του παππού ένα παιχνίδι από το Steam με το τάδε κόστος, να έχεις υπόψη ότι θα φανεί στην κάρτα». Και βέβαια θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη παρακολούθηση του πού πήγε το χαρτζιλίκι του παππού, και όχι απλά να «εξαφανίζεται».

Τα παιδιά, δηλαδή, πρέπει να μάθουν τη διαχείριση των χρημάτων κρατώντας «αρχείο» των εσόδων και των εξόδων τους, σε χαρτί ή και στον υπολογιστή, όπως κάνουμε και οι ενήλικες. «Πήρα €30 από τον παππού, έδωσα τα €20 για ένα παιχνίδι και με τα υπόλοιπα €10 πήγα σινεμά».

Ο ρόλος μας ως γονείς δεν είναι να λέμε «όχι» με την πρώτη ευκαιρία αλλά να επιβλέπουμε ότι το παιδί μπορεί να αθροίζει τα χρήματά του για έναν σκοπό και ότι δεν τα ξοδεύει υπερβολικά γρήγορα σε ένα και μόνο πράγμα. Μπορούμε να του δίνουμε κίνητρο για αποταμίευση λέγοντας π.χ. «Αν μαζέψεις τα μισά χρήματα για εκείνο το δώρο που θέλεις, θα σου δώσω τα άλλα μισά εγώ».

Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό να υπάρχει έλεγχος στις πηγές χρημάτων από την ευρύτερη οικογένεια. Εφόσον π.χ. το παιδί λαμβάνει παραπάνω χρήματα από ό,τι θα έπρεπε από έναν συγγενή, αντίστοιχα να λαμβάνει λιγότερα από τους γονείς του. Το χρηματικό όριο στη μηνιαία διαχείριση των χρημάτων που χαρίζονται / δωρίζονται θα πρέπει να τίθεται ξεκάθαρα από τους γονείς και να γίνεται γνωστό σε όλη την οικογένεια σαν κάτι μη διαπραγματεύσιμο.

Σε αυτό θα μπορεί να προστεθεί κατά περίπτωση κάποιο ποσό που θα συνδέεται όχι με φυσιολογικές δραστηριότητες (π.χ. «Πάρε το πτυχίο στα Αγγλικά και θα έχεις εξτρά χαρτζιλίκι») αλλά με εργώδεις δραστηριότητες (π.χ. «Αν βοηθάς τον παππού στα ψώνια του μία φορά την εβδομάδα/ «Αν βοηθάς στον κήπο»/ «Αν με βοηθήσεις με το πλύσιμο του αυτοκινήτου» κ.ο.κ., θα πάρεις εξτρά χαρτζιλίκι»).